積もり積もる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συσσωρεύομαι διαρκώς, στοιβάζομαι όλο και περισσότερο, συσσωρεύομαι (π.χ. χρέη, ανησυχίες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 積もり積もる
- Παρόν (ευγενικό)
- 積もり積もります
- Άρνηση (απλή)
- 積もり積もらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 積もり積もりません
- Παρελθόν (απλό)
- 積もり積もった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 積もり積もりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 積もり積もらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 積もり積もりませんでした
- Τε-μορφή
- 積もり積もって
- Δυνητική
- 積もり積もれる
- Προστακτική
- 積もり積もれ
- Βουλητική
- 積もり積もろう
- Υποθετική (ば)
- 積もり積もれば
- Υποθετική (たら)
- 積もり積もったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 積もり積もりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 積もり積もるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 積もり積もりなさい
- Παθητική
- 積もり積もられる
- Αιτιατική
- 積もり積もらせる