どく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω βιβλία χωρίς να τα διαβάζω, συσσωρεύω αδιάβαστα βιβλία, τσουντόκου
  2. 02 βιβλία που έχουν αγοραστεί αλλά παραμένουν αδιάβαστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
積ん読する
Παρόν (ευγενικό)
積ん読します
Άρνηση (απλή)
積ん読しない
Άρνηση (ευγενική)
積ん読しません
Παρελθόν (απλό)
積ん読した
Παρελθόν (ευγενικό)
積ん読しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
積ん読しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
積ん読しませんでした
Τε-μορφή
積ん読して
Δυνητική
積ん読できる
Προστακτική
積ん読しろ
Βουλητική
積ん読しよう
Υποθετική (ば)
積ん読すれば