れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλέγομαι, μαζεύομαι
  2. 02 μπορώ να συλλέξω, μπορώ να μαζέψω

Κλίση

Παρόν (απλό)
穫れる
Παρόν (ευγενικό)
穫れます
Άρνηση (απλή)
穫れない
Άρνηση (ευγενική)
穫れません
Παρελθόν (απλό)
穫れた
Παρελθόν (ευγενικό)
穫れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
穫れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
穫れませんでした
Τε-μορφή
穫れて
Δυνητική
穫れられる
Προστακτική
穫れろ
Βουλητική
穫れよう
Υποθετική (ば)
穫れれば