穴だらけにする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γεμίζω τρύπες, κάνω κόσκινο (π.χ. με σφαίρες)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 穴だらけにする
- Παρόν (ευγενικό)
- 穴だらけにします
- Άρνηση (απλή)
- 穴だらけにしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 穴だらけにしません
- Παρελθόν (απλό)
- 穴だらけにした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 穴だらけにしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 穴だらけにしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 穴だらけにしませんでした
- Τε-μορφή
- 穴だらけにして
- Δυνητική
- 穴だらけにできる
- Προστακτική
- 穴だらけにしろ
- Βουλητική
- 穴だらけにしよう
- Υποθετική (ば)
- 穴だらけにすれば
- Υποθετική (たら)
- 穴だらけにしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 穴だらけにしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 穴だらけにするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 穴だらけにしなさい
- Παθητική
- 穴だらけにされる
- Αιτιατική
- 穴だらけにさせる