あなふさ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεμίζω μια τρύπα με χώμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
穴を塞ぐ
Παρόν (ευγενικό)
穴を塞ぎます
Άρνηση (απλή)
穴を塞がない
Άρνηση (ευγενική)
穴を塞ぎません
Παρελθόν (απλό)
穴を塞いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
穴を塞ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
穴を塞がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
穴を塞ぎませんでした
Τε-μορφή
穴を塞いで
Δυνητική
穴を塞げる
Προστακτική
穴を塞げ
Βουλητική
穴を塞ごう
Υποθετική (ば)
穴を塞げば