あな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεμίσμα τρύπας
  2. 02 αναπλήρωση κενού, κάλυψη θέσης, μπαλωματικό στοιχείο
  3. 03 αντιστάθμιση απώλειας ή ζημιάς, κάλυψη ελλείμματος
  4. 04 άσκηση συμπλήρωσης κενών, τεστ συμπλήρωσης κενών

Κλίση

Παρόν (απλό)
穴埋めする
Παρόν (ευγενικό)
穴埋めします
Άρνηση (απλή)
穴埋めしない
Άρνηση (ευγενική)
穴埋めしません
Παρελθόν (απλό)
穴埋めした
Παρελθόν (ευγενικό)
穴埋めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
穴埋めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
穴埋めしませんでした
Τε-μορφή
穴埋めして
Δυνητική
穴埋めできる
Προστακτική
穴埋めしろ
Βουλητική
穴埋めしよう
Υποθετική (ば)
穴埋めすれば