空しくなる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πεθαίνω, αποθνήσκω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 空しくなる
- Παρόν (ευγενικό)
- 空しくなります
- Άρνηση (απλή)
- 空しくならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 空しくなりません
- Παρελθόν (απλό)
- 空しくなった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 空しくなりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 空しくならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 空しくなりませんでした
- Τε-μορφή
- 空しくなって
- Δυνητική
- 空しくなれる
- Προστακτική
- 空しくなれ
- Βουλητική
- 空しくなろう
- Υποθετική (ば)
- 空しくなれば
- Υποθετική (たら)
- 空しくなったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 空しくなりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 空しくなるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 空しくなりなさい
- Παθητική
- 空しくなられる
- Αιτιατική
- 空しくならせる