くうする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλήγω στο μηδέν, αποβαίνω άκαρπος

Κλίση

Παρόν (απλό)
空に帰する
Παρόν (ευγενικό)
空に帰します
Άρνηση (απλή)
空に帰しない
Άρνηση (ευγενική)
空に帰しません
Παρελθόν (απλό)
空に帰した
Παρελθόν (ευγενικό)
空に帰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空に帰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空に帰しませんでした
Τε-μορφή
空に帰して
Δυνητική
空に帰できる
Προστακτική
空に帰しろ
Βουλητική
空に帰しよう
Υποθετική (ば)
空に帰すれば