空を使う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσποιούμαι ότι δεν ξέρω, υποκρίνομαι άγνοια
- 02 λέω ψέματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 空を使う
- Παρόν (ευγενικό)
- 空を使います
- Άρνηση (απλή)
- 空を使わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 空を使いません
- Παρελθόν (απλό)
- 空を使った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 空を使いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 空を使わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 空を使いませんでした
- Τε-μορφή
- 空を使って
- Δυνητική
- 空を使える
- Προστακτική
- 空を使え
- Βουλητική
- 空を使おう
- Υποθετική (ば)
- 空を使えば
- Υποθετική (たら)
- 空を使ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 空を使いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 空を使うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 空を使いなさい
- Παθητική
- 空を使われる
- Αιτιατική
- 空を使わせる