くう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετώ μέσα από τον αέρα, ορμώ διαμέσου του αέρα
  2. 02 επιτίθεμαι στο κενό και αστοχώ, χτυπώ τον αέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
空を切る
Παρόν (ευγενικό)
空を切ります
Άρνηση (απλή)
空を切らない
Άρνηση (ευγενική)
空を切りません
Παρελθόν (απλό)
空を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
空を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空を切りませんでした
Τε-μορφή
空を切って
Δυνητική
空を切れる
Προστακτική
空を切れ
Βουλητική
空を切ろう
Υποθετική (ば)
空を切れば