空を覆う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καλύπτω τον ουρανό (π.χ. με καπνό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 空を覆う
- Παρόν (ευγενικό)
- 空を覆います
- Άρνηση (απλή)
- 空を覆わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 空を覆いません
- Παρελθόν (απλό)
- 空を覆った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 空を覆いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 空を覆わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 空を覆いませんでした
- Τε-μορφή
- 空を覆って
- Δυνητική
- 空を覆える
- Προστακτική
- 空を覆え
- Βουλητική
- 空を覆おう
- Υποθετική (ば)
- 空を覆えば
- Υποθετική (たら)
- 空を覆ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 空を覆いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 空を覆うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 空を覆いなさい
- Παθητική
- 空を覆われる
- Αιτιατική
- 空を覆わせる