そらうそぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσποιούμαι άγνοια, υποκρίνομαι ότι δεν γνωρίζω, δείχνω αδιαφορία, υιοθετώ αδιάφορο ύφος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα υιοθετώ περιφρονητική στάση

Κλίση

Παρόν (απλό)
空嘯く
Παρόν (ευγενικό)
空嘯きます
Άρνηση (απλή)
空嘯かない
Άρνηση (ευγενική)
空嘯きません
Παρελθόν (απλό)
空嘯いた
Παρελθόν (ευγενικό)
空嘯きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空嘯かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空嘯きませんでした
Τε-μορφή
空嘯いて
Δυνητική
空嘯ける
Προστακτική
空嘯け
Βουλητική
空嘯こう
Υποθετική (ば)
空嘯けば