空くう想そう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονειροπόληση, φαντασία, όραμα

Παραδείγματα

  • 私はよく空想くうそうします。

    Συχνά ονειροπολώ.

  • 子供こどもの頃ころは、空想くうそうの世界せかいで遊あそぶのが好すきでした。

    Όταν ήμουν παιδί, μου άρεσε να παίζω στον κόσμο της φαντασίας.

  • 現実げんじつから離はなれて、自由じゆうに空想くうそうに浸ひたる時間じかんは、私わたしにとって大切たいせつな気晴きばらしです。

    Ο χρόνος που αφιερώνω για να βυθίζομαι ελεύθερα στη φαντασία, μακριά από την πραγματικότητα, είναι για μένα μια σημαντική διέξοδος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
空想する
Παρόν (ευγενικό)
空想します
Άρνηση (απλή)
空想しない
Άρνηση (ευγενική)
空想しません
Παρελθόν (απλό)
空想した
Παρελθόν (ευγενικό)
空想しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空想しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空想しませんでした
Τε-μορφή
空想して
Δυνητική
空想できる
Προστακτική
空想しろ
Βουλητική
空想しよう
Υποθετική (ば)
空想すれば