からさんしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 strikeout (απευθείας έξοδος παίκτη με τρία strike)
  2. 02 ιδιωματισμός μάταιες προσπάθειες, αποτυχία παρά την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
空振り三振する
Παρόν (ευγενικό)
空振り三振します
Άρνηση (απλή)
空振り三振しない
Άρνηση (ευγενική)
空振り三振しません
Παρελθόν (απλό)
空振り三振した
Παρελθόν (ευγενικό)
空振り三振しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空振り三振しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空振り三振しませんでした
Τε-μορφή
空振り三振して
Δυνητική
空振り三振できる
Προστακτική
空振り三振しろ
Βουλητική
空振り三振しよう
Υποθετική (ば)
空振り三振すれば