から

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αστοχία σε χτύπημα, άστοχη κίνηση
  2. 02 αποτυχία επαφής (κατά τη γροθιά)
  3. 03 αποτυχία, άκαρπη προσπάθεια, μάταιη απόπειρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
空振りする
Παρόν (ευγενικό)
空振りします
Άρνηση (απλή)
空振りしない
Άρνηση (ευγενική)
空振りしません
Παρελθόν (απλό)
空振りした
Παρελθόν (ευγενικό)
空振りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空振りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空振りしませんでした
Τε-μορφή
空振りして
Δυνητική
空振りできる
Προστακτική
空振りしろ
Βουλητική
空振りしよう
Υποθετική (ば)
空振りすれば