から

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αστοχώ σε κίνηση (κατά την προσπάθεια χτυπήματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
空振る
Παρόν (ευγενικό)
空振ります
Άρνηση (απλή)
空振らない
Άρνηση (ευγενική)
空振りません
Παρελθόν (απλό)
空振った
Παρελθόν (ευγενικό)
空振りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空振らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空振りませんでした
Τε-μορφή
空振って
Δυνητική
空振れる
Προστακτική
空振れ
Βουλητική
空振ろう
Υποθετική (ば)
空振れば