くうめない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανίκανος να αντιληφθεί την κατάσταση, αδυναμία να κατανοήσει τη διάθεση (π.χ. μιας συζήτησης), αδυναμία να διαβάσει τον χώρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
空気を読めない
Παρόν (ευγενικό)
空気を読めないです
Άρνηση (απλή)
空気を読めなくない
Άρνηση (ευγενική)
空気を読めなくないです
Παρελθόν (απλό)
空気を読めなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
空気を読めなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空気を読めなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空気を読めなくなかったです
Τε-μορφή
空気を読めなくて
Υποθετική (ば)
空気を読めなければ