空洞化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κοίλανση, εξάλειψη νοήματος
- 02 αποβιομηχάνιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 空洞化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 空洞化します
- Άρνηση (απλή)
- 空洞化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 空洞化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 空洞化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 空洞化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 空洞化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 空洞化しませんでした
- Τε-μορφή
- 空洞化して
- Δυνητική
- 空洞化できる
- Προστακτική
- 空洞化しろ
- Βουλητική
- 空洞化しよう
- Υποθετική (ば)
- 空洞化すれば
- Υποθετική (たら)
- 空洞化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 空洞化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 空洞化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 空洞化しなさい
- Παθητική
- 空洞化される
- Αιτιατική
- 空洞化させる