くうどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοίλανση, εξάλειψη νοήματος
  2. 02 αποβιομηχάνιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
空洞化する
Παρόν (ευγενικό)
空洞化します
Άρνηση (απλή)
空洞化しない
Άρνηση (ευγενική)
空洞化しません
Παρελθόν (απλό)
空洞化した
Παρελθόν (ευγενικό)
空洞化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空洞化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空洞化しませんでした
Τε-μορφή
空洞化して
Δυνητική
空洞化できる
Προστακτική
空洞化しろ
Βουλητική
空洞化しよう
Υποθετική (ば)
空洞化すれば