から

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέρμανση ενός σκεύους χωρίς να περιέχει νερό, θέρμανση άδειου τηγανιού, βραστήρα, λέβητα, μπανιέρας κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
空焚きする
Παρόν (ευγενικό)
空焚きします
Άρνηση (απλή)
空焚きしない
Άρνηση (ευγενική)
空焚きしません
Παρελθόν (απλό)
空焚きした
Παρελθόν (ευγενικό)
空焚きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空焚きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空焚きしませんでした
Τε-μορφή
空焚きして
Δυνητική
空焚きできる
Προστακτική
空焚きしろ
Βουλητική
空焚きしよう
Υποθετική (ば)
空焚きすれば