空くう爆ばく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αεροπορικός βομβαρδισμός

Παραδείγματα

  • 空爆くうばくがありました。

    Έγινε αεροπορικός βομβαρδισμός.

  • その街まちは空爆くうばくで大おおきな被害ひがいを受うけました。

    Η πόλη υπέστη μεγάλες ζημιές από τον αεροπορικό βομβαρδισμό.

  • 民間人みんかんじんを標的ひょうてきとした空爆くうばくは、国際法こくさいほうに違反いはんするとして強つよく非難ひなんされました。

    Ο αεροπορικός βομβαρδισμός που στοχεύει αμάχους καταδικάστηκε έντονα ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
空爆する
Παρόν (ευγενικό)
空爆します
Άρνηση (απλή)
空爆しない
Άρνηση (ευγενική)
空爆しません
Παρελθόν (απλό)
空爆した
Παρελθόν (ευγενικό)
空爆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空爆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空爆しませんでした
Τε-μορφή
空爆して
Δυνητική
空爆できる
Προστακτική
空爆しろ
Βουλητική
空爆しよう
Υποθετική (ば)
空爆すれば