そら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψευδαίσθηση, η εντύπωση ότι είδε κάποιος κάτι που δεν υπήρχε στην πραγματικότητα
  2. 02 προσποίηση ότι δεν βλέπει, στροφή του βλέμματος αλλού, εθελοτυφλία
  3. 03 κοίταγμα προς τα πάνω, βλέμμα προς τα άνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
空目する
Παρόν (ευγενικό)
空目します
Άρνηση (απλή)
空目しない
Άρνηση (ευγενική)
空目しません
Παρελθόν (απλό)
空目した
Παρελθόν (ευγενικό)
空目しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空目しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空目しませんでした
Τε-μορφή
空目して
Δυνητική
空目できる
Προστακτική
空目しろ
Βουλητική
空目しよう
Υποθετική (ば)
空目すれば