くうてん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λειτουργία στο κενό (κινητήρα), ρελαντί
  2. 02 κυκλικός συλλογισμός (επιχειρήματος, συζήτησης κ.λπ.), στάσιμη κατάσταση, ατέρμονα αποτελέσματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
空転する
Παρόν (ευγενικό)
空転します
Άρνηση (απλή)
空転しない
Άρνηση (ευγενική)
空転しません
Παρελθόν (απλό)
空転した
Παρελθόν (ευγενικό)
空転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
空転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
空転しませんでした
Τε-μορφή
空転して
Δυνητική
空転できる
Προστακτική
空転しろ
Βουλητική
空転しよう
Υποθετική (ば)
空転すれば