空
ουσιαστικό, πρόθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κενότητα, το να είναι κανείς άδειος
- 02 πρόθημα που δεν κουβαλάω τίποτα, άφορτος, με άδεια χέρια
- 03 πρόθημα αθετημένος, ακάλυπτος (π.χ. επιταγή, υπόσχεση), ψεύτικος, προσποιητός (π.χ. χαρά, θάρρος), κούφιος (π.χ. κομπλιμέντα), ανειλικρινής, μη εμφάνιση (κράτησης)
Παραδείγματα
-
この箱は空です。
Αυτό το κουτί είναι άδειο.
-
お腹が空きました。
Πείνασα.
-
彼はいつも空約束ばかりするので、もう信用できません。
Αυτός συνέχεια δίνει κούφιες υποσχέσεις, γι' αυτό πλέον δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ.