穿ほじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη σκαλίζω, ανασκάπτω, καθαρίζω (μύτη, δόντια, αυτιά)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη ερευνώ επίμονα, εξετάζω προσεκτικά, αναμοχλεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
穿る
Παρόν (ευγενικό)
穿ります
Άρνηση (απλή)
穿らない
Άρνηση (ευγενική)
穿りません
Παρελθόν (απλό)
穿った
Παρελθόν (ευγενικό)
穿りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
穿らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
穿りませんでした
Τε-μορφή
穿って
Δυνητική
穿れる
Προστακτική
穿れ
Βουλητική
穿ろう
Υποθετική (ば)
穿れば