穿る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη σκαλίζω, ανασκάπτω, καθαρίζω (μύτη, δόντια, αυτιά)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη ερευνώ επίμονα, εξετάζω προσεκτικά, αναμοχλεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 穿る
- Παρόν (ευγενικό)
- 穿ります
- Άρνηση (απλή)
- 穿らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 穿りません
- Παρελθόν (απλό)
- 穿った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 穿りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 穿らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 穿りませんでした
- Τε-μορφή
- 穿って
- Δυνητική
- 穿れる
- Προστακτική
- 穿れ
- Βουλητική
- 穿ろう
- Υποθετική (ば)
- 穿れば
- Υποθετική (たら)
- 穿ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 穿りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 穿るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 穿りなさい
- Παθητική
- 穿られる
- Αιτιατική
- 穿らせる