穿せんさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διερεύνηση, ανακάλυψη, αδιάκριτη ανάμειξη, έρευνα, επέμβαση στα ξένα ζητήματα
  2. 02 απαρχαιωμένο ανασκαφή, εκσκαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
穿鑿する
Παρόν (ευγενικό)
穿鑿します
Άρνηση (απλή)
穿鑿しない
Άρνηση (ευγενική)
穿鑿しません
Παρελθόν (απλό)
穿鑿した
Παρελθόν (ευγενικό)
穿鑿しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
穿鑿しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
穿鑿しませんでした
Τε-μορφή
穿鑿して
Δυνητική
穿鑿できる
Προστακτική
穿鑿しろ
Βουλητική
穿鑿しよう
Υποθετική (ば)
穿鑿すれば