きかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμώ κατά (με μαχαίρι, σπαθί, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
突きかかる
Παρόν (ευγενικό)
突きかかります
Άρνηση (απλή)
突きかからない
Άρνηση (ευγενική)
突きかかりません
Παρελθόν (απλό)
突きかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
突きかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突きかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突きかかりませんでした
Τε-μορφή
突きかかって
Δυνητική
突きかかれる
Προστακτική
突きかかれ
Βουλητική
突きかかろう
Υποθετική (ば)
突きかかれば