突つき刺ささる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρφώνομαι, διαπερνώ
  2. 02 εισβάλλω με μεγάλη ταχύτητα, χτυπώ (π.χ. στο γάντι του κέρτσερ) με ορμή

Παραδείγματα

  • トゲが足あしに突つき刺ささる。

    Ένα αγκάθι μου μπήκε στο πόδι.

  • この音おとは耳みみに突つき刺ささるような不快ふかいさだ。

    Αυτός ο ήχος είναι τόσο ενοχλητικός που μου τρυπάει τα αυτιά.

  • 彼かれの視線しせんは私わたしの心こころに突つき刺ささるほど強烈きょうれつだった。

    Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο που ένιωσα να μου διαπερνά την καρδιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き刺さる
Παρόν (ευγενικό)
突き刺さります
Άρνηση (απλή)
突き刺さらない
Άρνηση (ευγενική)
突き刺さりません
Παρελθόν (απλό)
突き刺さった
Παρελθόν (ευγενικό)
突き刺さりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き刺さらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き刺さりませんでした
Τε-μορφή
突き刺さって
Δυνητική
突き刺される
Προστακτική
突き刺され
Βουλητική
突き刺さろう
Υποθετική (ば)
突き刺されば