ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαχαιρώνω, μπήγω, τρυπώ, διαπερνώ, χώνω

Παραδείγματα

  • ペンでかみ

    Τρυπάω το χαρτί με ένα στυλό.

  • 太陽たいようひかりまどから部屋へやようにはいってきた。

    Το φως του ήλιου διαπερνούσε το δωμάτιο από το παράθυρο.

  • かれ容赦ようしゃない批判ひはんは、まるでむねするど刃物はものようにこころひびいた。

    Η αμείλικτη κριτική του με τρύπησε βαθιά στην καρδιά, σαν να μου κάρφωσαν μια κοφτερή λεπίδα στο στήθος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き刺す
Παρόν (ευγενικό)
突き刺します
Άρνηση (απλή)
突き刺さない
Άρνηση (ευγενική)
突き刺しません
Παρελθόν (απλό)
突き刺した
Παρελθόν (ευγενικό)
突き刺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き刺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き刺しませんでした
Τε-μορφή
突き刺して
Δυνητική
突き刺せる
Προστακτική
突き刺せ
Βουλητική
突き刺そう
Υποθετική (ば)
突き刺せば