うごかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπρώχνω, προωθώ, ωθώ
  2. 02 παρακινώ (κάποιον), διεγείρω, ωθώ, ενθαρρύνω, αναστατώνω, προκαλώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き動かす
Παρόν (ευγενικό)
突き動かします
Άρνηση (απλή)
突き動かさない
Άρνηση (ευγενική)
突き動かしません
Παρελθόν (απλό)
突き動かした
Παρελθόν (ευγενικό)
突き動かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き動かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き動かしませんでした
Τε-μορφή
突き動かして
Δυνητική
突き動かせる
Προστακτική
突き動かせ
Βουλητική
突き動かそう
Υποθετική (ば)
突き動かせば