わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τοποθετώ πρόσωπα αντικριστά, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο
  2. 02 συγκρίνω (με), ελέγχω (σε αντιπαραβολή με), αντιστοιχίζω, συμφωνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き合わせる
Παρόν (ευγενικό)
突き合わせます
Άρνηση (απλή)
突き合わせない
Άρνηση (ευγενική)
突き合わせません
Παρελθόν (απλό)
突き合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
突き合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き合わせませんでした
Τε-μορφή
突き合わせて
Δυνητική
突き合わせられる
Προστακτική
突き合わせろ
Βουλητική
突き合わせよう
Υποθετική (ば)
突き合わせれば