たる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκρούω, συγκρούομαι, πέφτω πάνω σε κάτι
  2. 02 φτάνω στο τέρμα ενός δρόμου
  3. 03 συναντώ δυσκολίες, έρχομαι αντιμέτωπος με προβλήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き当たる
Παρόν (ευγενικό)
突き当たります
Άρνηση (απλή)
突き当たらない
Άρνηση (ευγενική)
突き当たりません
Παρελθόν (απλό)
突き当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
突き当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き当たりませんでした
Τε-μορφή
突き当たって
Δυνητική
突き当たれる
Προστακτική
突き当たれ
Βουλητική
突き当たろう
Υποθετική (ば)
突き当たれば