ゆび

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραυματισμός δακτύλου από πρόσκρουση, χτύπημα δακτύλου ποδιού, διάστρεμμα δακτύλου (χεριού ή ποδιού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き指する
Παρόν (ευγενικό)
突き指します
Άρνηση (απλή)
突き指しない
Άρνηση (ευγενική)
突き指しません
Παρελθόν (απλό)
突き指した
Παρελθόν (ευγενικό)
突き指しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き指しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き指しませんでした
Τε-μορφή
突き指して
Δυνητική
突き指できる
Προστακτική
突き指しろ
Βουλητική
突き指しよう
Υποθετική (ば)
突き指すれば