ころ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαχαιρώνω μέχρι θανάτου

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き殺す
Παρόν (ευγενικό)
突き殺します
Άρνηση (απλή)
突き殺さない
Άρνηση (ευγενική)
突き殺しません
Παρελθόν (απλό)
突き殺した
Παρελθόν (ευγενικό)
突き殺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き殺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き殺しませんでした
Τε-μορφή
突き殺して
Δυνητική
突き殺せる
Προστακτική
突き殺せ
Βουλητική
突き殺そう
Υποθετική (ば)
突き殺せば