ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρφώνομαι, μπήγομαι
  2. 02 προεξέχω, υψώνομαι απότομα, ορθώνομαι
  3. 03 στέκομαι (χωρίς να κάνω τίποτα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き立つ
Παρόν (ευγενικό)
突き立ちます
Άρνηση (απλή)
突き立たない
Άρνηση (ευγενική)
突き立ちません
Παρελθόν (απλό)
突き立った
Παρελθόν (ευγενικό)
突き立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き立ちませんでした
Τε-μορφή
突き立って
Δυνητική
突き立てる
Προστακτική
突き立て
Βουλητική
突き立とう
Υποθετική (ば)
突き立てば