突つき落おとす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπρώχνω προς τα κάτω, ρίχνω κάτω

Παραδείγματα

  • ボールを突つき落おとす。

    Θα σπρώξω την μπάλα κάτω.

  • 彼かれは間違まちがって棚たなから本ほんを突つき落おとした。

    Αυτός κατά λάθος έριξε το βιβλίο από το ράφι.

  • 危険きけんな場所ばしょで誰だれかを突つき落おとすことは、絶対ぜったいにしてはいけない行為こういです。

    Το να σπρώξεις κάποιον σε ένα επικίνδυνο μέρος είναι μια πράξη που δεν πρέπει να κάνεις ποτέ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
突き落とす
Παρόν (ευγενικό)
突き落とします
Άρνηση (απλή)
突き落とさない
Άρνηση (ευγενική)
突き落としません
Παρελθόν (απλό)
突き落とした
Παρελθόν (ευγενικό)
突き落としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突き落とさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突き落としませんでした
Τε-μορφή
突き落として
Δυνητική
突き落とせる
Προστακτική
突き落とせ
Βουλητική
突き落とそう
Υποθετική (ば)
突き落とせば