突き込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καρφώνω, σπρώχνω, στριμώχνω, παραγεμίζω
- 02 ορμάω, εισβάλλω, εμβολίζω, προσκρούω
- 03 εμβαθύνω, εξετάζω εις βάθος, φτάνω στην ουσία
- 04 πιέζω, επισημαίνω (π.χ. μια ασυνέπεια), ανακρίνω αυστηρά
- 05 ανακατεύομαι, εμπλέκομαι, χώνω τη μύτη μου
- 06 απαντώ άμεσα, ανταπαντώ, λέω μια πνευματώδη απάντηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 突き込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 突き込みます
- Άρνηση (απλή)
- 突き込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 突き込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 突き込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 突き込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 突き込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 突き込みませんでした
- Τε-μορφή
- 突き込んで
- Δυνητική
- 突き込める
- Προστακτική
- 突き込め
- Βουλητική
- 突き込もう
- Υποθετική (ば)
- 突き込めば
- Υποθετική (たら)
- 突き込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 突き込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 突き込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 突き込みなさい
- Παθητική
- 突き込まれる
- Αιτιατική
- 突き込ませる