突く
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: つく
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκουντάω επανειλημμένα, σπρώχνω ελαφρά
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιμπάω (το φαγητό μου), τσιμπολογάω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιμπάω (κάποιον για τα ελαττώματά του κ.λπ.), σχολιάζω επικριτικά
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα παρακινώ, προτρέπω, υποκινώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 突く
- Παρόν (ευγενικό)
- 突きます
- Άρνηση (απλή)
- 突かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 突きません
- Παρελθόν (απλό)
- 突いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 突きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 突かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 突きませんでした
- Τε-μορφή
- 突いて
- Δυνητική
- 突ける
- Προστακτική
- 突け
- Βουλητική
- 突こう
- Υποθετική (ば)
- 突けば
- Υποθετική (たら)
- 突いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 突きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 突くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 突きなさい
- Παθητική
- 突かれる
- Αιτιατική
- 突かせる