っかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτίθεμαι, ορμώ, εκτοξεύομαι
  2. 02 ξεσπώ (σε κάποιον), στρέφομαι εναντίον (κάποιου)
  3. 03 συγκρούομαι με, προσκρούω σε

Κλίση

Παρόν (απλό)
突っかかる
Παρόν (ευγενικό)
突っかかります
Άρνηση (απλή)
突っかからない
Άρνηση (ευγενική)
突っかかりません
Παρελθόν (απλό)
突っかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
突っかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突っかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突っかかりませんでした
Τε-μορφή
突っかかって
Δυνητική
突っかかれる
Προστακτική
突っかかれ
Βουλητική
突っかかろう
Υποθετική (ば)
突っかかれば