突っかける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φοράω πρόχειρα (παντόφλες, σανδάλια κ.λπ.)
- 02 προσκρούω, χτυπάω (π.χ. το πόδι μου) πάνω σε κάτι
- 03 σπρώχνω τον αντίπαλο κάτω πριν προλάβει να σηκωθεί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 突っかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 突っかけます
- Άρνηση (απλή)
- 突っかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 突っかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 突っかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 突っかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 突っかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 突っかけませんでした
- Τε-μορφή
- 突っかけて
- Δυνητική
- 突っかけられる
- Προστακτική
- 突っかけろ
- Βουλητική
- 突っかけよう
- Υποθετική (ば)
- 突っかければ
- Υποθετική (たら)
- 突っかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 突っかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 突っかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 突っかけなさい
- Παθητική
- 突っかけられる
- Αιτιατική
- 突っかけさせる