っぱねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απορρίπτω, αποποιούμαι, απορρίπτω (πρόταση), αρνούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
突っぱねる
Παρόν (ευγενικό)
突っぱねます
Άρνηση (απλή)
突っぱねない
Άρνηση (ευγενική)
突っぱねません
Παρελθόν (απλό)
突っぱねた
Παρελθόν (ευγενικό)
突っぱねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突っぱねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突っぱねませんでした
Τε-μορφή
突っぱねて
Δυνητική
突っぱねられる
Προστακτική
突っぱねろ
Βουλητική
突っぱねよう
Υποθετική (ば)
突っぱねれば