突っ張る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 παθαίνω κράμπα, σφίγγομαι, σκληραίνω
- 02 επιμένω, εμμένω (στη γνώμη μου), κρατώ σταθερή στάση
- 03 κάνω τον σκληρό, μπλοφάρω, αψηφώ, είμαι απείθαρχος
- 04 στηρίζω (π.χ. με έναν στύλο), υποβαστάζω
- 05 εκτείνω (τα πόδια ή τα χέρια μου), τεντώνω (π.χ. ένα χέρι στον τοίχο), πιέζω
- 06 σπρώχνω (τον αντίπαλό μου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 突っ張る
- Παρόν (ευγενικό)
- 突っ張ります
- Άρνηση (απλή)
- 突っ張らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 突っ張りません
- Παρελθόν (απλό)
- 突っ張った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 突っ張りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 突っ張らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 突っ張りませんでした
- Τε-μορφή
- 突っ張って
- Δυνητική
- 突っ張れる
- Προστακτική
- 突っ張れ
- Βουλητική
- 突っ張ろう
- Υποθετική (ば)
- 突っ張れば
- Υποθετική (たら)
- 突っ張ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 突っ張りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 突っ張るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 突っ張りなさい
- Παθητική
- 突っ張られる
- Αιτιατική
- 突っ張らせる