突つっ立たつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέκομαι όρθιος, προεξέχω (π.χ. μαλλιά), ορθώνομαι (π.χ. δέντρο)
  2. 02 πετάγομαι όρθιος, αναπηδώ στα πόδια μου
  3. 03 στέκομαι (χωρίς να κάνω τίποτα), στέκομαι άπραγος

Παραδείγματα

  • 彼かれは部屋へやの真まん中なかに突つっ立たっていた。

    Στεκόταν όρθιος στη μέση του δωματίου.

  • 皆みなが座すわっているのに、彼かれは一人ひとりだけ突つっ立たっていたので、目立めだっていた。

    Όλοι κάθονταν, αλλά αυτός στεκόταν όρθιος μόνος του, γι' αυτό και ξεχώριζε.

  • 私わたしは会議中かいぎちゅう、意見いけんを求もとめられているにもかかわらず、ただ突つっ立たってしまった自分じぶんを恥はじた。

    Ντράπηκα που, παρόλο που μου ζητήθηκε η γνώμη μου κατά τη διάρκεια της συνάντησης, απλά στάθηκα εκεί άπραγος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
突っ立つ
Παρόν (ευγενικό)
突っ立ちます
Άρνηση (απλή)
突っ立たない
Άρνηση (ευγενική)
突っ立ちません
Παρελθόν (απλό)
突っ立った
Παρελθόν (ευγενικό)
突っ立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突っ立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突っ立ちませんでした
Τε-μορφή
突っ立って
Δυνητική
突っ立てる
Προστακτική
突っ立て
Βουλητική
突っ立とう
Υποθετική (ば)
突っ立てば