かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη ανταποδίδω το χτύπημα, αντεπιτίθεμαι με γροθιά
  2. 02 καθομιλουμένη απορρίπτω, επιστρέφω

Κλίση

Παρόν (απλό)
突っ返す
Παρόν (ευγενικό)
突っ返します
Άρνηση (απλή)
突っ返さない
Άρνηση (ευγενική)
突っ返しません
Παρελθόν (απλό)
突っ返した
Παρελθόν (ευγενικό)
突っ返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突っ返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突っ返しませんでした
Τε-μορφή
突っ返して
Δυνητική
突っ返せる
Προστακτική
突っ返せ
Βουλητική
突っ返そう
Υποθετική (ば)
突っ返せば