んのめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πέφτω μπρούμυτα, πέφτω προς τα εμπρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
突んのめる
Παρόν (ευγενικό)
突んのめります
Άρνηση (απλή)
突んのめらない
Άρνηση (ευγενική)
突んのめりません
Παρελθόν (απλό)
突んのめった
Παρελθόν (ευγενικό)
突んのめりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突んのめらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突んのめりませんでした
Τε-μορφή
突んのめって
Δυνητική
突んのめれる
Προστακτική
突んのめれ
Βουλητική
突んのめろう
Υποθετική (ば)
突んのめれば