ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο προεξέχω, προβάλλω, εξέχω

Κλίση

Παρόν (απλό)
突ん出す
Παρόν (ευγενικό)
突ん出します
Άρνηση (απλή)
突ん出さない
Άρνηση (ευγενική)
突ん出しません
Παρελθόν (απλό)
突ん出した
Παρελθόν (ευγενικό)
突ん出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突ん出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突ん出しませんでした
Τε-μορφή
突ん出して
Δυνητική
突ん出せる
Προστακτική
突ん出せ
Βουλητική
突ん出そう
Υποθετική (ば)
突ん出せば