とつにゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμώ, εισβάλλω, κάνω έφοδο
  2. 02 βυθίζομαι σε (π.χ. πόλεμο), ξεκινώ, αναλαμβάνω (ένα νέο εγχείρημα)

Παραδείγματα

  • 部屋へや突入とつにゅうします

    Μπαίνω στο δωμάτιο.

  • 警察けいさつ容疑者ようぎしゃいえ突入とつにゅうしました

    Η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του υπόπτου.

  • 世界せかいいまあらたな時代じだいへと突入とつにゅうし、多岐たきにわたる変化へんか直面ちょくめんしています。

    Ο κόσμος τώρα εισέρχεται σε μια νέα εποχή και αντιμετωπίζει πολλαπλές αλλαγές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
突入する
Παρόν (ευγενικό)
突入します
Άρνηση (απλή)
突入しない
Άρνηση (ευγενική)
突入しません
Παρελθόν (απλό)
突入した
Παρελθόν (ευγενικό)
突入しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突入しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突入しませんでした
Τε-μορφή
突入して
Δυνητική
突入できる
Προστακτική
突入しろ
Βουλητική
突入しよう
Υποθετική (ば)
突入すれば