とっしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεξοχή, εξόγκωμα, το να προεξέχει κάτι
  2. 02 ρήξη (π.χ. αερίου), εκτόξευση, εκροή
  3. 03 εμφάνεια, το να ξεχωρίζει κάτι, το να είναι κάτι αξιοσημείωτο

Κλίση

Παρόν (απλό)
突出する
Παρόν (ευγενικό)
突出します
Άρνηση (απλή)
突出しない
Άρνηση (ευγενική)
突出しません
Παρελθόν (απλό)
突出した
Παρελθόν (ευγενικό)
突出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突出しませんでした
Τε-μορφή
突出して
Δυνητική
突出できる
Προστακτική
突出しろ
Βουλητική
突出しよう
Υποθετική (ば)
突出すれば