とっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξόγκωμα, προεξοχή, έπαρμα, πρόβολος, εξοχή, φύμα, απόφυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
突起する
Παρόν (ευγενικό)
突起します
Άρνηση (απλή)
突起しない
Άρνηση (ευγενική)
突起しません
Παρελθόν (απλό)
突起した
Παρελθόν (ευγενικό)
突起しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
突起しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
突起しませんでした
Τε-μορφή
突起して
Δυνητική
突起できる
Προστακτική
突起しろ
Βουλητική
突起しよう
Υποθετική (ば)
突起すれば