窄む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: つぼむ
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα στενεύω, συστέλλομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 窄む
- Παρόν (ευγενικό)
- 窄みます
- Άρνηση (απλή)
- 窄まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 窄みません
- Παρελθόν (απλό)
- 窄んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 窄みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 窄まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 窄みませんでした
- Τε-μορφή
- 窄んで
- Δυνητική
- 窄める
- Προστακτική
- 窄め
- Βουλητική
- 窄もう
- Υποθετική (ば)
- 窄めば
- Υποθετική (たら)
- 窄んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 窄みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 窄むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 窄みなさい
- Παθητική
- 窄まれる
- Αιτιατική
- 窄ませる