ちっ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιτρίδωση
  2. 02 νιτρίδιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
窒化する
Παρόν (ευγενικό)
窒化します
Άρνηση (απλή)
窒化しない
Άρνηση (ευγενική)
窒化しません
Παρελθόν (απλό)
窒化した
Παρελθόν (ευγενικό)
窒化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
窒化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
窒化しませんでした
Τε-μορφή
窒化して
Δυνητική
窒化できる
Προστακτική
窒化しろ
Βουλητική
窒化しよう
Υποθετική (ば)
窒化すれば